Μπορεί να πέρασαν δύο χρόνια από την έκρηξη του αστεροειδούς πάνω από την πόλη Τσελιάμπινσκ της Ρωσίας, ωστόσο η προέλευσή του εξακολουθεί να προβληματίζει τους επιστήμονες.

Ο αστεροειδής είχε διάμετρο 20 μέτρων και μπήκε στην ατμόσφαιρα της Γης στις 15 Φεβρουαρίου 2013, με συνέπεια να εκραγεί σε υψόμετρο 30 περίπου χιλιομέτρων πάνω από τη ρωσική πόλη, δημιουργώντας ένα ωστικό κύμα που προκάλεσε τον τραυματισμό περισσότερων από 1.200 κατοίκων.

Οι πρώτες μελέτες υποδείκνυαν πως το μετέωρο του Τσελιάμπινσκ, όπως ονομάστηκε, προήλθε από τον 1999 NC43, έναν αστεροειδούς με διάμετρο 2 χιλιομέτρων και αποκολλήθηκε από αυτόν στη φάση κατά την περιφορά του στη «γειτονιά» της Γης.

Πρόσφατη ωστόσο έρευνα επιστημόνων από το Ινστιτούτο Πλανητικής Επιστήμης, το οποίο βρίσκεται στην Αριζόνα των ΗΠΑ, αμφισβητεί αυτό το συμπέρασμα. Κι αυτό γιατί, όπως αναφέρουν σε άρθρο τους στο περιοδικό Icarus, η αντιπαραβολή της τροχιάς και της σύστασης των δύο σωμάτων έφερε στο «φως» αξιοσημείωτες διαφορές.

«Οι αρχικές έρευνες όντως υποδείκνυαν πως τα δύο σώματα είχαν αρκετές ομοιότητες», αναφέρει σε δελτίο Τύπου ο Βίσνου Ρέντι, επιστήμονας από το Ινστιτούτο και επικεφαλής της έρευνας.

«Ωστόσο, η εξέταση του τμήματος που βρέθηκε μετά την έκρηξη έδειξε πως η σύστασή του ταιριάζει με μια κατηγορία μετεωριτών που ονομάζονται χονδρίτες τύπου LL και δεν συμφωνεί με αυτή του αστεροειδούς».

Παράλληλα, ο Ρέντι με τους συναδέλφους του υποστηρίζουν στο άρθρο τους πως είναι απίθανο να προβλεφθεί από ποιους αστεροειδείς θα μπορούσε να αποκολληθεί ένα βράχους, ο οποίος να καταλήξει τελικά στη Γη.

Επειδή οι περισσότεροι αστεροειδείς είναι μικροί και οι τροχιές τους χαοτικές, όπως αναφέρουν, είναι δύσκολο να γίνει μια τέτοια εκτίμηση.

Η έκρηξη του μετέωρου του Τσελιάμπινσκ είχε ισχύ 30 και πλέον φορές μεγαλύτερη από αυτή της ατομικής βόμβας της Χιροσίμα. Με δεδομένο ότι ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο αντικείμενο που διαλύθηκε βίαια στην γήινη ατμόσφαιρα, μετά την Έκρηξη στην Τουνγκούσκα το 1908, έκανε πιο έντονο το ενδιαφέρον για τον εντοπισμό αστεροειδών που θα μπορούσαν να καταλήξουν στον πλανήτη μας.

Μάλιστα, η Ευρωπαϊκή διαστημική Υπηρεσία (ESA) ίδρυσε ένα Κέντρο για την παρακολούθηση των αστεροειδών.

Με αφορμή τη συμπλήρωση δύο χρόνων από το μετέωρο του Τσελιάμπινσκ, το μη κερδοσκοπικό ίδρυμα B612 Foundation εξέδωσε μία ανακοίνωση, καλώντας τις υπηρεσίες όλων των χωρών να εντείνουν τις προσπάθειές τους για τον εντοπισμό ακόμη και σχετικά μικρών ουράνιων σωμάτων, με διάμετρο μικρότερη από 1 χιλιόμετρο.

Παρόλο που τέτοια σώματα δεν θα αφάνιζαν τη ζωή από τη Γη, θα μπορούσαν να καταστρέψουν ολόκληρες περιοχές του πλανήτη.

Το ίδρυμα, το οποίο προσπαθεί να προωθήσει τις σχετικές έρευνες, ελπίζει πως θα συγκεντρώσει τα απαραίτητα κεφάλαια, ώστε το 2018 να εκτοξεύσει το διαστημικό τηλεσκόπιο Sentinel, το οποίο θα μπορεί να εντοπίσει βράχους με διάμετρο μεγαλύτερη των 140 μέτρων.

«Σε αντίθεση με άλλες φυσικές απειλές, στην περίπτωση των αστεροειδών η λύση είναι καθαρά τεχνική και μπορεί να επιτευχθεί με σχετικά μικρό κόστος», αναφέρει στην ανακοίνωση ο δρ Εντ Λου, πρώην αστροναύτης της ΝΑΣΑ και συνιδρυτής του B612 Foundation.

Πηγή

 

Author: Giorgos Chr